Θα έχουμε ακούσει αρκετές φορές στη σύγχρονη εποχή φράσεις όπως: «Είσαι ότι τρώς», «Είσαι ότι επαγγέλλεσαι», «Είσαι ότι δηλώσεις» , «Είσαι όσα χρήματα έχεις» κτλ.Σπανίως όμως ακούμε φράσεις όπως : «Είσαι ότι αισθάνεσαι»!

H προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι παραπάνω δηλώσεις παρ’ ότι έχουν βγεί από τη σχετική εμπειρία και κάποια ενδεικτική σοφία της σύγχρονης εποχής αγνοούν τη πρωταρχική βαρύτητα του ανθρώπινου συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία και στις σχέσεις με τα σημαντικά πρόσωπα της περιόδου αυτής. Είναι αυτά που καθορίζουν  σκέψεις, αντιδράσεις, συμπεριφορές και κατά δυναμικό τρόπο τη πορεία της ζωής μας.

Μπορούμε να τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: Ευχάριστα και Δυσάρεστα. Ευχάριστα όπως είναι η χαρά και η αγάπη ενώ δυσάρεστα όπως είναι η θλίψη, ο φόβος, ο φθόνος κτλ. Από την προσωπική  μου εμπειρία για να φτάσει κανείς στα ευχάριστα συναισθήματα που είναι και το ζητούμενο στο δρόμο για της ανθρώπινη ευτυχία είναι να έχι γίνει επεξεργασία των δυσάρεστων συναισθημάτων. Μόνο και εφ’όσον έχει βιωθεί  και εκφραστεί η θλίψη, η στεναχώρια, το μίσος , ο φθόνος κτλ μπορεί ο άνθρωπος να περάσει στη χαρά και την ευτυχία. Επειδή όμως τα δυσάρεστα συναισθήματα είναι αρκετές φορές πολύ βαριά και συνοδεύονται από μεγάλο πόνο, ο άνθρωπος οδηγείται στη «μόνωση» τους, στη συγκάλυψη τους με άλλα λόγια και στην αδυναμία της επεξεργασίας τους.

Εδώ είναι το σημαντικό σημείο: Αν δεν αντιμετωπίσουμε τη θλίψη μας τότε αυτή θα έρθει να μας βρεί! Αν δεν αντιμετωπιστεί η θλίψη και απλά «κουκουλώνεται» λόγω της οδύνης που τη συνοδεύει και που οδηγεί στη αδυναμία έκφρασης της τότε θα επιστρέψει κάποια στιγμή δριμύτερη και πιο επικίνδυνη για τον ανθρώπινο οργανισμό. Θεωρώ ότι οι περισσότερες από τις ασθένειες του σύγχρονου πολιτισμού (αρτηριακή πίεση, ζάχαρο , καρκίνος, εγκεφαλικό) έχουν τις βαθύτερες ρίζες τους σε συναισθηματικά αίτια.

Πως εξηγείται αυτό; To παιδί που στα πρώτα και πιο σημαντικά χρόνια της ζωής του έχει υποστεί κάποιου είδους συναισθηματικό «ευνουχισμό» μέσα στο οικογενειακό ή σημαντικό περιβάλλον της περιόδου αυτής, πονάει και φοβάται με συνέπεια την φραγή του δυσάρεστου συναισθήματος. .Το ίδιο άτομο σε ανάλογες εμπειρίες στην ενήλικη ζωή του θα αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο προκειμένου να μη διακινδυνεύσει να εκφράσει κάτι που θα μπορούσε να είναι απειλητικό και επώδυνο. Επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές τέτοιου τύπου οδηγούν στο “πνίξιμο” των βαθύτερων συναισθημάτων και στην περίτεχνη «μόνωση» τους. Από τη στιγμή που δεν εκδηλώνονται αλλά εσωτερικεύονται αυτά τα συναισθήματα οδηγούν σε ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, αυπνίες, κρίσεις πανικού και σταδιακά σε πιο σοβαρές ασθένειες όπως αρτηριακή πίεση, κατάθλιψη, καρκίνος, εγκεφαλικό κ.ο.κ.

Το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι το εξής: Αν τα δυσάρεστα συναισθήματα δε μπορούν να εκφραστούν για τον Α ή Β λόγο στη καθημερινότητα μας πως τελικά μπορούν να εκδηλωθούν και να εκφραστούν ώστε να μπορέσει το παιδί που κρύβει ο καθένας μέσα μας να αποφορτιστεί και να περάσουμε σε πιο ευχάριστο συναίσθημα και κατ’επέκταση στην αναάθμιση της ποιότητας ζωής, ανέλιξη προσωπικότητας και λιγότερες ασθένειες; Καθένας από εμάς θα έχει βιώσει καταστάσεις δύσκολες, βαριές, όπου θα ήθελε να ξεσπάσει σε λυγμούς, κλάματα, να εκφράσει έντονα τον θυμό, την οργή ίσως και τον φθόνο του.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε τι ήταν αυτό που τον εμπόδισε; Τι είναι αυτό που μας κάνει να μην εκφραζόμαστε όπως θέλουμε, όταν το θέλουμε και όσο το θέλουμε; Ειναι  ο φόβος μας, η ντροπή και η ενοχή μας που έχουν τις ρίζες τους στα πρώτα βρεφικά και παιδικά χρόνια της ζωής μας και που υποδεικνύουν την αδυναμία εμπιστοσύνης των ανθρώπων απέναντι στα σημαντικά πρόσωπα των περιόδων εκείνων. Από τη στιγμή που λείπει η εμπιστοσύνη το περιβάλλον δεν είναι ασφαλές για να εκδηλωθούν αυτά τα συναισθήματα. Εδώ είναι το «δώρο» της ψυχοθεραπείας που παρέχει και τα δύο αυτά στοιχεία συνδυάζοντας το ασφαλές περιβάλλον και την εμπιστοσύνη προκειμένου να βοηθηθεί το άτομο στη μετάβαση από το δυσάρεστο στο ευχάριστο συναίσθημα.